Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Βία, Κράτος Δικαίου και Κοινωνική Συνοχή


Όλοι οι θεωρητικοί θιασώτες της βίας έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, είναι όλοι εχθροί της δημοκρατίας. Αρνούνται τα δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά της: την ίση συμμετοχή του καθενός και την αρχή της πλειοψηφίας. Στα απολυταρχικά καθεστώτα δεν τίθεται θέμα ίσης συμμετοχής ούτε φυσικά πλειοψηφίας. Η επιβολή και η βία είναι  συστατικά στοιχεία της υφής αυτών των καθεστώτων, αφού πάνω σε αυτά στηρίζεται η εξουσία.
Τα απολυταρχικά καθεστώτα βεβαίως δεν μπορούν να έχουν αξίωση υπακοής από τους πολίτες. Την υπακοή την επιβάλουν διά της βίας, αναγκασμένα να κυβερνούν σύμφωνα με τις συμβουλές του Μακιαβέλι διά πυρός και σίδήρου. Στα καθεστώτα αυτά το δίλημμα του Σωκράτη στον Κρίτωνα «ή πείθεις ή υπακούς» δεν ισχύει για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει δυνατότητα πειθούς. Η ανυπακοή των πολιτών, η αντίσταση και η χρήση βίας, μπορεί να θέτουν άλλου τύπου ηθικές ανησυχίες σε όποιον αντιστέκεται (π.χ. την διακινδύνευση της ζωής αθώων πολιτών), δεν θέτουν, πάντως, ζήτημα  υποχρέωσης υπακοής.
Στη δημοκρατία, όμως, το σωκρατικό «ή πείθεις ή υπακούς» δεν είναι εύκολο να παραμεριστεί. Αν αποδέχεται κανείς τη λειτουργία της δημοκρατίας, ποια δικαιολογία μπορεί να έχει για κάθε μορφή ανυπακοής, πόσω μάλλον για τη χρήση βίας; Τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως κάθε πράξη ανυπακοής συνιστά ευθεία περιφρόνηση των βασικών αρχών της δημοκρατίας. Όταν αρνούμαι να εφαρμόσω έναν νόμο επειδή διαφωνώ με τις ρυθμίσεις του, περιφρονώ το δικαίωμα των άλλων πολιτών να έχουν λόγο επί του θέματος και φυσικά την αρχή της πλειοψηφίας. Ποια απάντηση έχω αν οι νόμοι με ρωτήσουν «πώς την καταλαβαίνεις αυτή την ανυπακοή, μπορεί μια δημοκρατική πολιτεία να λειτουργήσει αν οι πολίτες αρνούνται να εφαρμόσουν τους νόμους; Ή μήπως απαιτείς μόνο για τον εαυτό σου το προνόμιο να υπακούς μόνον όταν συμφωνείς;»
Όσοι δεν συντάσσονται με τους εχθρούς της δημοκρατίας επιχειρούν να δικαιολογήσουν την ανομία προβάλλοντας δύο επιχειρήματα. Το πρώτο συνίσταται στον ισχυρισμό ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί ικανοποιητικά (δημοκρατία είναι αυτή που έχουμε, λένε). Το δεύτερο, ότι η πλειοψηφία δεν αποφασίζει για τα πάντα (δεν θα αποφασίσει με ποιον θα κοιμηθώ το βράδυ) και υπονοούν ότι κακώς θέσπισε τη ρύθμιση που αρνούνται να εφαρμόσουν. Τα επιχειρήματα αυτά φαίνεται να αποδέχονται ότι γενικά σε μια δημοκρατία υπάρχει υποχρέωση υπακοής, αλλά την αρνούνται είτε σε μια δεδομένη περίοδο επειδή ταυτίζουν το καθεστώς που επικρατεί με απολυταρχισμό, είτε περιορισμένα, με αφορμή  μια συγκεκριμένη ρύθμιση.
Το πότε μια δημοκρατία χάνει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της και μετατρέπεται σε αυταρχικό καθεστώς που δεν μπορεί να αξιώσει υπακοή δεν είναι μια υποκειμενική κρίση. Είναι κάτι διαφορετικό από την εκτίμηση δυσλειτουργιών, αδυναμιών ή αδιέξοδων πολιτικών. Συνδέεται αναγκαστικά με δομικά προβλήματα της δημοκρατίας, πχ. με νοθευμένη αντιπροσώπευση, αμφισβήτηση των εκλογών ή περιορισμό του δημόσιου διαλόγου. Όταν δεν υπάρχουν τέτοια φαινόμενα, όταν σε γενικές γραμμές εφαρμόζεται το δημοκρατικό Σύνταγμα μιας χώρας, το κάλεσμα σε ανυπακοή ισοδυναμεί με περιφρόνηση της δημοκρατίας. Όταν μάλιστα γίνεται από κοινοβουλευτικά κόμματα που παίρνουν μέρος στις εκλογές και μετέχουν του δημοσίου διαλόγου στην πραγματικότητα το ή «πείθεις ή υπακούς» μεταφράζεται σε «όταν δεν πείθω δεν υπακούω».
Μερικοί επιχειρούν να παρακάμψουν την υποχρέωση υπακοής επικαλούμενοι τη λαϊκή πλειοψηφία. Λένε π.χ. ότι αφού η συντριπτική πλειοψηφία είναι αντίθετη με τις ρυθμίσεις του Μνημονίου η ανυπακοή είναι δικαιολογημένη. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που αρνείται το δημοκρατικό πλαίσιο που ισχύει αφού στην πραγματικότητα υποστηρίζει ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν είναι από μόνη της αρκετή για να ψηφίζει νόμους που δεσμεύουν τους πολίτες. Για να καταστούν δεσμευτικοί οι νόμοι χρειάζεται επί πλέον και η αποδοχή της πλειοψηφίας του λαού. Όσοι υποστηρίζουν αυτή την άποψη δεν μπαίνουν στο κόπο να απαντήσουν σε διάφορα ερωτήματα που ανακύπτουν: Πώς θα διαπιστώνεται κάθε φορά η λαίκή πλειοψηφία; Με δημοσκοπήσεις ή αλεπάλληλα δημοψηφίσματα; Η απόφαση του εκλογικού σώματος θα είναι δεσμευτική; Θα καλείται να την εφαρμόσει η κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής ή θα διεξάγονται εκλογές; Αν αλλάξει γνώμη το εκλογικό σώμα θα αλλάζουν και οι σχετικές ρυθμίσεις; Τα ερωτήματα αυτά αποκαλύπτουν ότι το κάλεσμα σε ανυπακοή με πρόσχημα τη λαϊκή πλειοψηφία ουσιαστικά αποτελεί κάλεσμα σε ανατροπή της δημοκρατίας που ισχύει και εγκαθίδρυση νέου πολιτεύματος. Αυτό οφείλει να το πει καθαρά όποιος καλεί τους πολίτες σε ανυπακοή και να τους πείσει για την αλλαγή καθεστώτος που προτείνει. Οφείλει, επίσης, να αποσαφηνίσει τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του νέου καθεστώτος. Τα κοινοβουλευτικά κόμματα, ιδίως, οφείλουν να επανακαθορίσουν γενικά τη θέση τους μέσα στο πολίτευμα όταν υιοθετούν τη ρήξη με το υπάρχον δημοκρατικό πλαίσιο. Αν σέβονται τη δημοκρατία δεν επιτρέπεται να προσποιούνται ότι αποδέχονται στα λόγια την υπακοή και ταυτόχρονα να θεωρούν ότι δεν δεσμεύονται από τις αποφάσεις της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Αν τώρα η ανυπακοή συνοδεύεται με πράξεις βίας η προσβολή της δημοκρατίας είνα ακόμη εμφανέστερη. Η βία είναι ασυμβίβαστη με την ίδια την έννοια της κοινωνικής οργάνωσης. Με άλλα λόγια κάθε κοινωνική οργάνωση αποσκοπεί να εξασφαλίσει την ειρηνική συμβίωση εξαλείφοντας κάθε μορφή βίας μεταξύ των πολιτών. Σε αντίθεση με άλλα πολιτεύματα που επιδιώκουν τη κοινωνική ειρήνη με την επιβολή, η δημοκρατία την επιδιώκει μέσω της συμμετοχής, της συναίνεσης και της αρχής της πλειοψηφίας. Η παραδοσιακή θεωρία θέλει τους πολίτες να αποδέχονται το κρατικό μονοπώλιο της βίας στο βαθμό που αυτή νομιμοποιείται από την πλειοψηφία. Η σύγχρονη μάλιστα φιλελεύθερη δημοκρατία που βασίζεται στα δικαιώματα του ανθρώπου προχωρά ένα βήμα παραπάνω. Περιορίζει την άσκηση της κρατικής βίας στο πλαίσιο της νόμιμης άμυνας χωρίς να παραχωρείται σε αυτήν κάποια γενική εξουσία άσκησης βίας. Ο κρατικός καταναγκασμός ενεργοποιείται μόνο σε περιπτώσεις παραβίασης των νόμων και δεν ξεπερνά τις ανάγκες συμμόρφωσης προς αυτούς. Έτσι  π.χ. τα κρατικά όργανα επιτρέπεται να συλλάβουν ένα παραβάτη αλλά δεν επιτρέπεται να τον κακομεταχειριστούν.
Ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας αποτελεί άλλο ένα λόγο καθολικής καταδίκης της βίας. Η αναγνώριση των πολιτών ως ηθικών υποκειμένων απαιτεί πρώτα και κύρια τον απόλυτο σεβασμό της σωματικής τους ακεραιότητας. Η παραμικρή επέμβαση στο σώμα κάποιου ανθρώπου  αποτελεί μέγιστη προσβολή για τον πολίτη και δεν μπορεί ποτέ να γίνει ανεκτή.
Μερικοί μας καλούν να επιμείνουμε στις διαφορορποιήσεις της βίας ανάλογα με το είδος και τα κίνητρά της. Άλλο πράγμα, λένε, είναι τα βασανιστήρια, άλλο πράγμα να πετάς γιαούρτι ή νερό σε κάποιον. Άλλο πράγμα να δέρνεις μετανάστες και άλλο πράγμα να πετάς μολοτοφ σε αστυνομικούς. Φυσικά και υπάρχουν διαφοροποιήσεις της βίας. Ούτε δύο φόνοι δεν είναι ίδιοι, αλλά προφανώς αναγνωρίζουμε ότι όλοι οι φόνοι είναι κάτι κακό. Το ίδιο ισχύει και με τη βία. Να προχωρήσουμε σε όσες λεπτές διακρίσεις θέλετε, αφού όμως πρώτα συμφωνήσουμε ότι κάθε μορφή βίας αποτελεί βαρειά προσβολή τόσο της ανθρώπινης ύπαρξης όσο και της δημοκρατίας.
Μετά από όλα όσα είπα φαίνεται να προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο κανόνας «ή πείθεις ή υπακούς» είναι απαράβατος σε μια δημοκρατία. Να, όμως, που σκοπεύω δεχθώ μια εξαίρεση. Ας θέσουμε ξανά το ερώτημα. Η μόνη αντίδραση σε κάθε απόφαση που λήφθηκε βάσει της αρχής της πλειοψηφία είναι η προσπάθεια πειθούς; Ακόμη κι αν η απόφαση προσλαμβάνεται ως μεγάλη αδικία που συγκλονίζει την ύπαρξη κάποιου ανθρώπου πρέπει αυτός να υπακούσει μέχρι να καταφέρει να πείσει την πλειοψηφία; Μια φιλελεύθερη δημοκρατία που προσπαθεί να αποφύγει την αδικία μπορεί να δεχθεί ως εξαίρεση την πολιτισμένη πολιτική ανυπακοή. Κατά τον Rawls: «αυτή είναι μία δημόσια, μη βίαιη, ενσυνείδητη πολιτική πράξη αντίθετη στο νόμο, η οποία γίνεται συνήθως με σκοπό να επιφέρει αλλαγή στο νόμο ή στις επιλογές της κυβέρνησης». Στην περίπτωση της πολιτισμένης πολιτικής ανυπακοής, η μη συμμόρφωση με τον νόμο έχει τον χαρακτήρα μιας δραματικής και ύστατης έκκλησης προς τη συνείδηση της πλειοψηφίας να αναθεωρήσει τις απόψεις της. Γι αυτό ακριβώς γίνεται πολιτισμένα και δημόσια, χωρίς βία, αφού σκοπό έχει να πείσει για την ειλικρίνεια, την ένταση και την ακεραιότητα των προθέσεων της πράξης. Στο σκοπό αυτό συμβάλλει και η αποδοχή της ενδεχόμενης κύρωσης, η οποία δείχνει πράγματι ένα γενικότερο σεβασμό προς την έννομη τάξη, αφού της αναγνωρίζει το δικαίωμα να επιβάλλει κυρώσεις. Η ανυπακοή, επομένως, με τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι για τη μειοψηφία ή το άτομο το έσχατο μέσο για να «πείσει» την πλειοψηφία ότι η απόφασή της πρέπει να αναθεωρηθεί. Αυτή η πολιτισμένη πολιτική ανυπακοή φαίνεται, τουλάχιστον ηθικά, δικαιολογήσιμη στο πλαίσιο μίας δημοκρατικής κοινωνίας.
Προφανώς, η πολιτισμένη πολιτική ανυπακοή καμιά σχέση δεν έχει με την λεγόμενη πολιτική ανυπακοή που διάφοροι επικαλούνται καθημερινά ως δικαιολογία της ανομίας. Η χρήση ή η απειλή χρήσης βίας εκ μέρους τους αποκλείει το στοιχείο του πολιτισμένου από τη μορφή αντίδρασής τους, ενώ η μη αποδοχή οποιασδήποτε συνέπειας και η απαίτηση να μην εφαρμόζονται οι νόμοι καθιστά αυτή τη συμπεριφορά όχι απλώς αντιδημοκρατική αλλά και ηθικά μη δικαιολογημένη.
Έχω επίγνωση ότι στη σημερινή εποχή της μεγάλης κρίσης θεμελιώδεις αρχές και αξίες της δημοκρατίας αμφισβητούνται συχνά με πρωτόγονο τρόπο. Υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που εκμεταλλεύονται τη σύγχυση για να προωθήσουν το αντιδημοκρατικό πρόγραμμά τους. Δε θα τις αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά, αν δεν καταφέρουμε να κάνουμε κτήμα της λαϊκής συνείδησης τις θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατίας. Ή θα πείσουμε για τη δημοκρατία ή θα υποστούμε τη βία.
Εκφωνήθηκε στην εκδήλωση του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας (ΟΠΕΚ), στις 24 Οκτωβρίου 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου